mercredi 11 janvier 2012

Η κρίση του μοντέλου διαχείρισης απορριμμάτων στην Αττική





Σύμφωνα με την ΚΥΑ 50910/2727/2003 (ΦΕΚ Β 1909/22.12.2003) «Μέτρα και Όροι για τη Διαχείριση Στερεών Αποβλήτων, Εθνικός και Περιφερειακός Σχεδιασμός Διαχείρισης», για κάθε Περιφέρεια της χώρας καταρτίζεται Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων που εξειδικεύει τις γενικές κατευθύνσεις του Εθνικού Σχεδίου Διαχείρισης (ΕΣΔΑ) και αποσκοπεί :

  • Στην επιλογή περιοχών που συγκροτούν τις διαχειριστικές ενότητες

  • Στον καθορισμό των μεθόδων διαχείρισης σε κάθε ενότητα

  • Στην εξειδίκευση μέτρων, όρων και περιορισμών για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων που τίθενται στον ΕΣΔΑ

Ήδη ο πρώτος στόχος υποδηλώνει ότι οι διαχειριστικές ενότητες είναι ευρύτερες από το επίπεδο του Δήμου, ο δεύτερος υποδηλώνει ότι υπάρχουν και άλλοι μέθοδοι εκτός από την Διαλογή στην Πηγή την ανακύκλωση και την κομποστοποίηση. Αυτά σε συνδυασμό με την καθυστέρηση της κύρωσης της Οδηγίας 2008/98/ΕΚ που καθιστά υποχρεωτική την τήρηση της ιεραρχίας στα στάδια διαχείρισης των απορριμμάτων, διαμορφώνουν ένα νομοθετικό πλαίσιο που στην πράξη σημαίνει ότι οι ΠΕΣΔΑ εξαντλούνται στην επιλογή χώρων διάθεσης των απορριμμάτων.

Κοινά χαρακτηριστικά όλων των ΠΕΣΔΑ που διαμορφώθηκαν μέχρι σήμερα είναι η χωροθέτηση υπερδιαστασιολογημένων εγκαταστάσεων που υποδέχονται σύμμεικτα απορρίμματα που προορίζονται για ταφή, θερμική επεξεργασία ή αναποτελεσματική κομποστοποίηση, σε πλήρη αντίθεση με την αρχή της εγγύτητας, της αυτάρκειας, την συμμετοχή της κοινωνίας, την ιεραρχία στα στάδια διαχείρισης.

Καταντούν δηλαδή οι ΠΕΣΔΑ αντί να είναι εργαλεία επίτευξης των εθνικών στόχων εκτροπής των απορριμμάτων από την τελική τους διάθεση να είναι εργαλεία υπονόμευσης αυτών των στόχων.

Καταντούν να αποτελούν απλή νομιμοποίηση αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί από τα εργολαβικά λόμπυ.

Είμαστε λοιπόν αντίθετοι στην ιδέα του σχεδιασμού σε περιφερειακό επίπεδο ; Όχι. Σχεδιασμός σε Περιφερειακό επίπεδο πρέπει να υπάρχει, αλλά με αντίστροφη φιλοσοφία. Σκοπός τους δεν πρέπει να είναι η απάντηση στο ερώτημα : Πού χωροθετούμε εγκαταστάσεις τελικής διάθεσης των ΑΣΑ, αλλά στο ερώτημα : Ποιο μπορεί να είναι το σχέδιο δράσης σε επίπεδο Περιφέρειας που θα στηρίζει ενεργά τα Αποκεντρωμένα Σχέδια Διαχείρισης Απορριμμάτων σε επίπεδο Δήμου. Πώς υποβοηθάμε τη δυνατότητα και την ωριμότητα των τοπικών κοινωνιών


Το περιφερειακό Σχέδιο δράσης θα μπορούσε να περιλαμβάνει :

1) Περιφερειακούς ποσοτικούς στόχους, οι οποίοι επικαιροποιούνται ανά 3ετία και αφορούν :
Τα ποσοστά των ΑΣΑ που επιτρέπεται να «εξάγονται» από τον Δήμο προκειμένου να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας ή τελικής διάθεσης σε ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες (π.χ. περιφέρεια, νομός ).

Τα ποσοστά κομποστοποίησης, ανακύκλωσης.

Ποσοστά σχετικά με την πρόληψη της παραγωγής των απορριμμάτων (π.χ. μείωση των συσκευασιών ή αλλαγή του είδους τους με βιοπαποδομήσιμες)

Το κοινωνικό όφελος από την εφαρμογή σχεδίων διαχείρισης. Εδώ έχουμε τους εξής δείκτες : α) πόσο μειώνουμε το κόστος διαχείρισης ανά κάτοικο β) πόσες περισσότερες βιώσιμες θέσεις εργασίας δημιουργούμε γ) τι έσοδα έχει ο Δήμος από την εμπορία αξιοποίηση των απορριμμάτων του.

Η εν λόγω στοχοθεσία δεν θα πρέπει να εξαντλείται σε μια άνωθεν γραφειοκρατική – τεχνοκρατική διαδικασία, αλλά θα πρέπει να έχει το χαρακτήρα ενός κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα στο κράτος, τους ΟΤΑ, τις τοπικές κοινωνίες, τους εργαζόμενους στην διαχείριση απορριμμάτων, τις επιχειρήσεις.

2) Διαμόρφωση πολιτικών – οικονομικών – τεχνικών εργαλείων πρόληψης της παραγωγής απορριμμάτων, εξειδικεύοντας την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει, ο μη ρυπαίνων επωφελείται». Δηλαδή όποιος αστοχεί αρνητικά στους τοπικούς, περιφερειακούς στόχους επιβαρύνεται, όποιος υπερβαίνει τους στόχους θετικά αμείβεται. Η αρχή αυτή έχει δύο βασικές προϋποθέσεις:

α) να έχει εξασφαλιστεί η δυνατότητα του ρυπαίνοντος να μην ρυπαίνει (π.χ. επαρκείς κατάλληλοι κάδοι διαλογής στην πηγή )

β) να υπάρχει αξιόπιστο και δίκαιο σύστημα μέτρησης των απορριμμάτων (π.χ. στην περίπτωση των νοικοκυριών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των ατόμων).

Για παράδειγμα θα μπορούσε να διαμορφωθεί σύστημα κινήτρων – αντικινήτρων για τις επιχειρήσεις που παράγουν ή διακινούν συσκευασμένα προϊόντα, διαφοροποιώντας τις φορολογικές τους υποχρεώσεις ανάλογα με το «ρυπαντικό φορτίο» που απομένει προς διαχείριση μετά την πρώτη χρήση του εν λόγω προϊόντος.

3) Ανάπτυξη έρευνας στον τομέα των απορριμμάτων σε συνεργασία με ΑΕΙ – ΤΕΙ. Η έρευνα μπορεί να αφορά βιώσιμες οικονομικά και περιβαλλοντικά εφαρμογές της επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης, τη δυνατότητα δημιουργίας διαδημοτικών μονάδων επεξεργασίας απορριμμάτων για την παραγωγή προϊόντων π.χ. γυαλιού, χαρτιού, οικοδομικών υλικών, προϊόντων πλαστικού, έρευνα για τις δυνατότητες πρόληψης με παρεμβάσεις στο παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο.

4) Διαμόρφωση ενός διεπιστημονικού επιτελείου που θα μπορεί να παρέχει τεχνογνωσία, να συμβουλεύει, να εκπαιδεύει το προσωπικό των Δήμων αλλά και άλλων φορέων που εκπονούν και υλοποιούν τα τοπικά σχέδια διαχείρισης απορριμμάτων. Οι Δήμοι, οι συλλογικές πρωτοβουλίες πολιτών για τη ανάληψη μέρους της διαχείριση των απορριμμάτων, οι σχετικές επιχειρήσεις του κοινωνικού τομέα της οικονομίας, πρέπει να μπορούν να απευθύνονται για τεχνική βοήθεια σε έναν αξιόπιστο φορέα, ανεξάρτητο από οποιαδήποτε επιχειρηματικά συμφέροντα.

5) Δημιουργία και λειτουργία αξιόπιστου συστήματος παρακολούθησης και μέτρησης των αποτελεσμάτων σε σχέση με τους εθνικούς και περιφερειακούς ποσοτικούς στόχους. Ανασχεδιασμός των δράσεων με βάση τα αποτελέσματα.

6) Μέτρα ενίσχυσης – ενθάρρυνσης της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στο σύστημα λήψης αποφάσεων για τη διαχείριση απορριμμάτων. Αυτό σημαίνει διαφάνεια, αμερόληπτη ενημέρωση για τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των διαφόρων λύσεων, διαδικασίες τοπικής διαβούλευσης, συνελεύσεις, δημοψηφίσματα. Κάθε δημοτικό ή διαδημοτικό σχέδιο διαχείρισης θα πρέπει να αποδεικνύει ότι περιλαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα για την ενεργό συμμετοχή και τη συναίνεση των τοπικών κοινωνιών.

7) Μέτρα ενθάρρυνσης της εμπλοκή επιχειρήσεων του κοινωνικού τομέα της οικονομίας στη διαχείριση απορριμμάτων. Αυτό σημαίνει ότι για τις επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να θεσπίζεται προστατευτικό πλαίσιο (π.χ. χαμηλότερο ή καθόλου ΦΠΑ). Τέτοιου είδους επιχειρήσεις μπορούν να αναλαμβάνουν μέρος της διαλογής, την επαναχρησιμοποίηση- αξιοποίηση υφασμάτων, επίπλων κλπ.
Όσον αφορά το τελικό ερώτημα τι γίνεται με το υπόλειμμα. Γι αυτό θα πρέπει να αποφασίζουν οι τοπικές κοινωνίες που το παράγουν, ανάμεσα σε κάποια εναλλακτικά σενάρια χωροθέτησης τα οποία μπορούν να προτείνονται, όχι όμως ν’ αποφασίζονται στα πλαίσια ενός άνωθεν Περιφερειακού Σχεδιασμού. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χωροθετούνται ΧΥΤΥ έξω από τα διοικητικά όρια της περιφέρειας στην οποία παράγεται το υπόλειμμα. Η τοπική κοινωνία που θα πλήττεται (φυσικά σε πολύ μικρότερο βαθμό απ’ ότι τώρα) θα πρέπει να απολαμβάνει κάποια αντισταθμιστικά οφέλη έτσι ώστε να η ρύθμιση να είναι κατά το δυνατόν δικαιότερη.


Τα παραπάνω διαμορφώνουν ένα πλαίσιο το οποίο αφαιρεί την πρωτοβουλία και το αντικείμενο της διαχείρισης των απορριμμάτων από τους «εθνικούς εργολάβου»ς και τους μεγάλους ομίλους που διαπλέκονται με ξένους οίκους. Διαχέει τη γνώση και τις αποφάσεις σε τοπικό επίπεδο όπου η συμμετοχή, ο έλεγχος των κοινωνιών και η διασφάλιση του δημόσιου οφέλους είναι εφικτοί στόχοι.

Aucun commentaire:

Enregistrer un commentaire